Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Μαρία Ιορδανίδου, Βιογραφικές πληροφορίες

Μαρία Ιορδανίδου, 1897(Κωνσταντινούπολη)-1989(Αθήνα)



Από το 1901 ως το 1909 έζησε με τους γονείς της στην Αθήνα, μετά το χωρισμό τους όμως η Μαρία επέστρεψε στη γενέτειρα και γράφτηκε στο εκεί αμερικανικό κολέγιο. 
Από το 1914 ως το 1919 έζησε -εγκλωβισμένη από το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και τις ταραχές της ρωσικής επανάστασης κατά τη διάρκεια επίσκεψής της σε συγγενείς της στη Ρωσία- στη Μαριούπολη του Καυκάσου. Κατάφερε να επιβιώσει μόνη παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα σε ρωσικό γυμνάσιο.
 

Το 1919 επέστρεψε στην Πόλη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία.
Το 1920 πήρε μετάθεση για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου,όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Αιγύπτου και το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη. 
Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε με το σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1931 χώρισε από τον Ιορδανίδη, με τον οποίο είχε στο μεταξύ αποκτήσει δυο παιδιά. Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και ξανάρχισε να ασχολείται με τα μαθήματα ξένων γλωσσών. 
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε το σπίτι της και η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα. Συνεργάστηκε με το περιοδικό έντυπο του Κ.Κ.Ε. Μόρφωση ως μεταφράστρια. 
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία εξήντα πέντε χρόνων με την έκδοση του μυθιστορήματος Λωξάντρα

Τιμήθηκε για το έργο της με το Χρυσό Σταυρό και το Οφφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης (1978). 
Έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.
Η Μαρία Ιορδανίδου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεσοπολεμικής περιόδου, ειδικότερα στους λογοτέχνες εκείνους που αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό -έργα της με κύριο παράδειγμα τη Λωξάντρα μεταφέρθηκαν και στην τηλεόραση- και αγνοήθηκαν από την κριτική. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου της είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο που κυριαρχεί ολοένα και εντονότερα κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής διαδρομής της, η αμέλειά της για μια συστηματική κατανομή του αφηγηματικού υλικού της και η αμεσότητα, ακρίβεια και φυσικότητα του λόγου της. 



Το βιβλίο της Λωξάντρα μεταφέρθηκε στην τηλεόραση.  Το πρώτο επεισόδιο μπορείτε να το δείτε εδώ.










«Ζούμε στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας. Κι εγώ τώρα κάθουμαι σε μια πολυκατοικία. Εχω ένα εσωτερικό δυάρι στον τρίτο όροφο. Εσωτερικά τα λένε τώρα τα διαμερίσματα που δεν βλέπουν στο δρόμο αλλά στην αυλή. Μα και η αυλή πια δε λέγεται αυλή αλλά ακάλυπτος χώρος».


Ετσι αρχίζει η Μαρία Ιορδανίδου το βιβλίο της «Η αυλή μας» - το τελευταίο της, που κυκλοφόρησε το 1981 (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»). Οχτώ χρόνια αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου 1989 -ακριβώς πριν από 20 χρόνια- έφευγε από τη ζωή, στα 92 της. «Την έζησα αν θέλει ο Θεός τη ζωή μου», γράφει προς το τέλος του ίδιου βιβλίου. «Την έζησα και τη γλέντησα. Γλέντησα ακόμα και τις τραγικές της στιγμές, γιατί η κάθε τραγωδία έχει και την κωμική της πλευρά και αυτή η κωμική της πλευρά δεν μου διέφευγε». 
 Συγγραφέας στα 66 της

Της «Αυλής» είχαν προηγηθεί τα βιβλία της: «Λωξάντρα», «Διακοπές στον Καύκασο», «Σαν τα τρελά πουλιά» (κι αυτά από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»), όλα με πολλές εκδόσεις και πολυδιαβασμένα, ενώ η «Λωξάντρα» και το «Σαν τα τρελά πουλιά» έγιναν τηλεοπτικές σειρές. 

Η «Λωξάντρα» που, επιπλέον, έγινε γαστριμαργική φίρμα, πρωτοκυκλοφόρησε το 1963, αλλά πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η Ελλη Αλεξίου ήταν από τους ελάχιστους που το πρόσεξαν, σε κριτική της στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή». Βιβλίο και συγγραφέας ακούστηκαν μετά τη δικτατορία, όταν τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό και το οφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου. Και ήταν φυσικό να τιμηθεί από το Πατριαρχείο, αφού το βιβλίο της αναφέρεται στον ελληνισμό της Πόλης (όπου γεννήθηκε και η ίδια), πριν φυσικά σφαγιαστεί και διωχθεί από τους Τούρκους.
Εν πολλοίς αυτοβιογραφική η «Λωξάντρα», όπως άλλωστε και τα κατοπινά, ταυτίστηκε με τ' όνομα της Ιορδανίδου, μολονότι επρόκειτο για τη γιαγιά της. Το 'γραψε όταν ήταν 66 ετών, καθώς πριν η ζωή της ήταν γεμάτη βιοπάλη. «Οταν εργάζεσαι δεκάξι και δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο, όταν έχεις να μεγαλώσεις δυο παιδιά και μια μητέρα γριά, δεν σου μένει καιρός ανάσα να πάρεις - τι να γράψω μου λες!».
Ξεκίνησε τη «Λωξάντρα», «σαν ατζαμής, στα γηρατειά μου, και δεν ήξερα πώς ν' αρχίσω! Το 'παθα κι εγώ σαν τα παιδιά του σχολείου. Ο άντρας μου ήταν δάσκαλος και το είχε καημό που τα παιδιά δυσκολευόντουσαν να γράψουν έκθεση. "Γιατί, παιδί μου, δεν μπορείς να γράψεις;". "Δεν μπορώ ν' αρχίσω, κύριε, την αρχή δεν ξέρω!". "Ωραία, τότε θα σου δώσω μια συμβουλή: μην αρχίσεις από την αρχή, άρχισε από τη μέση". Λοιπόν, ακολούθησα τη συμβουλή του άντρα μου. Επιασα τη Λωξάντρα από τη μέση και την έβγαλα γριά στην πρώτη σελίδα. Ετσι έγινε η Λωξάντρα. Υστερα απ' αυτό μερακλώθηκα κι ήθελα να γράψω κι άλλο!»
Είναι από την πρώτη συνέντευξη που της είχα πάρει για την «Ε», στις 22 Οκτωβρίου 1979 (γιατί ακολούθησαν κι άλλες, μαζί μ' ένα τηλεοπτικό πορτρέτο στην εκπομπή «Παρασκήνιο», με σκηνοθέτη τον Λάκη Παπαστάθη). Την επισκεπτόμουν, στο διαμερισματάκι της στη Ν. Σμύρνη, όχι μόνο ως δημοσιογράφος, αλλά και ως φίλος και θαυμαστής. Ηταν από τις θηλυκές «γκουρού» που είχα επιλέξει, καθώς χαιρόμουν τη ζωντάνια, την αισιοδοξία, το χιούμορ, τα τραταρίσματά της.


Τη μνημονεύω, λοιπόν, σήμερα, κυρίως με κάποια ψήγματα από την «Αυλή μας», που αναφέρεται στη διαβίωσή της σε μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Κι ας προσθέσω ότι το βιβλίο αυτό το έγραψε στα 84 της. Και καθώς πια δεν καλόβλεπε, το έγραψε με μαρκαδόρο: «Οσο περνάνε τα χρόνια, τόσο μεγαλώνω τα γράμματα!».
Γράφει: «Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και οι άνθρωποι. Μέσα στις πολυκατοικίες οι άνθρωποι γίνανε αγγλοπρεπείς. Βλέπεις κάποιον στη σκάλα ή στο ασανσέρ και δε σε χαιρετά. Στέκεται μπροστά σου σαν κολώνα πάγου, φοβάσαι να τον χαιρετήσεις κι εσύ. Δεν ξέρεις καλά καλά, συγκάτοικος είναι ή ξένος. Εχασαν οι Ρωμιοί τη ρωμιοσύνη τους».
Η εικόνα άλλαξε κάπως με τους σεισμούς του 1981: «Απ' τη στιγμή που άρχισαν οι σεισμοί, οι πολυκατοικίες της αυλής χάσανε την αγγλοπρέπειά τους. Οι άνθρωποι ξανάγιναν Ρωμιοί. Αρχισαν να χαιρετιούνται χωρίς να έχουν συστηθεί. Αργά και πού αρχίσανε μικροβεγγέρες». Εννοείται πως όταν πέρασε η φούρια του σεισμού οι περίοικοι ξανάγιναν... αγγλοπρεπείς. 

Στο τέλος του βιβλίου δηλώνει και τις τελευταίες επιθυμίες της: Να μη μαυροφορεθεί κανείς. Ούτε στεφάνια. Οποιος θέλει, να δώσει το αντίτιμο στον δήμαρχο Ν. Σμύρνης υπέρ της υπηρεσίας απορριμμάτων. «Ακόμα να μη με κλάψετε καθόλου, αν μπορείτε. Τα κλάματα δεν χρειάζονται όταν ο θάνατος είναι φυσιολογικός».  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου