Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Μένης Κουμανταρέας, μια παρουσίαση


Μένης Κουμανταρέας from Matoula Mk


   Απολογισμό μιας ολόκληρης ζωής έκανε ο Μένης Κουμανταρέας στο κύκνειο άσμα του, το μυθιστόρημα «Ο θησαυρός του χρόνου», που κυκλοφόρησε λίγο πριν από τη δολοφονία του.  Κέντρο της αφήγησης αποτελεί ο θάνατος της γυναίκας του συγγραφέα, πιστής συντρόφου του επί πολλές δεκαετίες.


     Ξεκινώντας από τις δύσκολες ημέρες της αρρώστιας της, πρώτα στο σπίτι και κατόπιν στο νοσοκομείο (όπου και άφησε την τελευταία της πνοή), ο Κουμανταρέας θα ανατρέξει στα νεανικά τους χρόνια και στον χώρο της γνωριμίας τους, που ήταν ένα γραφείο ασφαλίσεων στην Αθήνα της δεκαετίας του 1950. Το προσωπικό χρονικό του Κουμανταρέα δεν διαθέτει ενότητα και συνέχεια χρόνου: ο αφηγητής μετακινείται αδιάκοπα από το παρόν προς το παρελθόν και τανάπαλιν και δεν καλύπτει τα στάδια που μεσολαβούν ανάμεσα στη νιότη και τα γηρατειά. Έτσι, τον παρακολουθούμε είτε ως νεαρό υπάλληλο και εκκολαπτόμενο καλλιτέχνη, που δυσφορεί με τη γραφειοκρατική ρουτίνα της καθημερινής υπηρεσίας, είτε ως ώριμο συγγραφέα, που έχει καταξιωθεί μεταξύ των αναγνωστών και των μελών της λογοτεχνικής συντεχνίας, αλλά δεν έχει κατορθώσει να εξισορροπήσει την ερωτική του ζωή.


Ο Μένης Κουμανταρέας στο βιβλίο του  Δημοσθένη Κούρτοβικ, "Έλληνες Μεταπολεμικοί συγγραφείς", Αθήνα, Πατάκης, 1995, 1999
 
Ο Μένης Κουμανταρέας θεωρείται ο κατ' εξοχήν  εκπρόσωπος του κοινωνικού ρεαλισμού στην ελληνική πεζογραφία, μολονότι υπάρχει επίσης στο έργο του - και μάλιστα δεσπόζει στα όψιμα κείμενά του - μια ποιητικότερη συνιστώσα, μια ελεγειακή διάθεση, που αναφέρεται στη φθορά της νεότητας και του κάλλους. Τα δύο στοιχεία διακρίνονται καθαρά ήδη στο πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων Τα μηχανάκια (1962). Οι ήρωες αυτών των διηγημάτων, με τους οποίους ο συγγραφέας φαίνεται να ταυτίζεται, είναι έφηβοι της δεκαετίας του 1950, που μαραζώνουν μέσα στην ασχήμια και τη βαρβαρότητα της ελληνικής μικροαστικής κοινωνίας. Στο επόμενο βιβλίο του Κουμανταρέα, τη συλλογή διηγημάτων Το αρμένισμα (1967), η κριτική του ελληνικού μικροαστισμού ασκείται μέσω της παρωδίας, ιδιαίτερα στο διήγημα "Οι γάμοι του Σπόρου και της Ποππαίας", που στον καιρό της δικτατορίας των συνταγματαρχών κατηγορήθηκε ως άσεμνο και ο συγγραφέας του οδηγήθηκε στα δικαστήρια (όπου αθωώθηκε).
Στο διήγημα που έδωσε τον τίτλο στο τρίτο βιβλίο του Κουμανταρέα, Τα καημένα (1972), ένας δημοσιογράφος προσπαθεί να εξιχνιάσει τα αίτια και τις συνθήκες του τραγικού θανάτου δύο εφήβων σε μια παράλια κωμόπολη. Η αντίθεση ανάμεσα στη νεανική δίψα για ζωή και στην αποχαύνωση του κοινωνικού περίγυρου αποδίδεται εδώ με μια συρραφή μαρτυριών, που διαδέχονται ασθματικά η μια την άλλη, σαν να θέλει ο αφηγητής να πνίξει τους λυγμούς του για το άδοξο τέλος μιας ομορφιάς που εμποδίστηκε ν' ανθήσει.

Με το μυθιστόρημα Βιοτεχνία υαλικών (1975), ο Μένης Κουμανταρέας εγκαινιάζει τη δεύτερη φάση του έργου του, η οποία χαρακτηρίζεται από τη στροφή προς έναν πιο αποστασιοποιημένο ρεαλισμό. Θέμα του βιβλίου είναι η επιθανάτια αγωνία μιας ελληνικής μικροεπιχείρησης, που καταρρέει μαζί με τις ψευδαισθήσεις, τις μωροφιλοδοξίες και την ίδια την οικογενειακή ευτυχία των ιδιοκτητών της. Ο συγγραφέας εδώ απομυθοποιεί το όνειρο του Έλληνα μικροαστού, όχι ωστόσο χωρίς συμπάθεια για το ανθρώπινο δράμα των ηρώων του. Για πολλούς, η Βιοτεχνία υαλικών είναι το κορυφαίο έργο του Κουμανταρέα. Ακολούθησαν, στο ίδιο στιλ, η νουβέλα Η κυρία Κούλα (1978), με θέμα τη θνησιγενή απόπειρα μιας μεσόκοπης μικροαστής να ξεφύγει από την αποτελματωμένη ζωής της μέσω του ερωτικού δεσμού μ' έναν νεαρό, το μυθιστόρημα Το κουρείο (1979), γύρω από τη σχέση ενός μεσήλικου λογιστή με μια μανικιουρίστα, και η συλλογή διηγημάτων Σεραφείμ και Χερουβείμ (1981).

Στην τρίτη φάση της λογοτεχνικής του εξέλιξης, ο Κουμανταρέας επανέρχεται στους ελεγειακούς τόνους του πρώιμου έργου του, κάνοντας κυρίαρχο πια μοτίβο του την εχθρότητα της ζωής απέναντι στην ομορφιά, στην αθωότητα και στην ορμή της νεότητας. Στο μυθιστόρημα Ο ωραίος λοχαγός (1982), ένας νεαρός αξιωματικός γερνάει σιγά σιγά στους διαδρόμους των δημοσίων υπηρεσιών, περιμένοντας μάταια την προαγωγή του. Ο ήρωας της ιστορίας παρουσιάζεται όχι τόσο ως εξατομικευμένη μορφή θύματος της κρατικής γραφειοκρατίας όσο ως γενικό σύμβολο μιας νιότης που φυλλορροεί χωρίς να καρποφορήσει. Στο μυθιστόρημα Η φανέλα με το εννιά (1986), κεντρικό πρόσωπο είναι ένας ταλαντούχος όσο και ατίθασος νεαρός ποδοσφαιριστής, του οποίου η σταδιοδρομία τερματίζεται πρόωρα και άδοξα. Εδώ ο ήρωας φαίνεται να καταστρέφεται περισσότερο εξαιτίας της άναρχης φύσης του παρά από εξωγενείς παράγοντες. Ακολούθησε ο τόμος Πλανόδιος σαλπιγκτής (1989), που περιέχει διάφορα κείμενα του συγγραφέα και το εκτενές διήγημα "Play". Το τελευταίο ως τώρα- βιβλίο του Κουμανταρέα είναι το μυθιστόρημα Η συμμορία της άρπας (1993), που, παρά τη φαινομενικά ρεαλιστική γραφή του, έχει περισσότερο χαρακτήρα ονειροφαντασίας. Ο αφηγητής παρασύρεται, χάρη στη γνωριμία του μ' έναν εκκεντρικό γέρο μουσικό και τους εξίσου αλλόκοτους συντρόφους του, σ' έναν παλαιικό, σχεδόν παραμυθένιο κόσμο, γεμάτο σκοτεινά μυστικά αλλά και γοητεία - έναν κόσμο που αντιπροσωπεύει την περιχαρακωμένη, θνήσκουσα κλασική τέχνη μέσα στην γκρίζα πραγματικότητα του τέλους του αιώνα.

Στα περισσότερα έργα του Κουμανταρέα, ανεξάρτητα από το θέμα τους, υπάρχει μια συχνά συναρπαστική περιπλάνηση στους εξωτερικούς χώρους όπου διαδραματίζεται η ζωή των σύγχρονων αστικών κέντρων στην Ελλάδα, κι εδώ βρίσκεται ίσως όχι μόνο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του ρεαλισμού του, αλλά και η βαθύτερα ποιητική διάσταση της προσωπικότητάς του ως συγγραφέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου